σαχλαμάρας

ο, Ν [σαχλαμάρα]
άτομο που λέει ή κάνει σαχλαμάρες, σαχλός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαχλαμάρας — [сахламарас] ουσ. а. глупый, пустой человек …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φλύαρος — (I) η, ο / φλύαρος, ον, ΝΜΑ (για πρόσ.) αυτός που λέει φλυαρίες, πολυλογάς, σαχλαμάρας μσν. αρχ. ευήθης, ανόητος, χαζός αρχ. 1. (για λόγους, σκέψεις, εκδηλώσεις) ανόητος. επίρρ... φλύαρα / φλυάρως, ΝΜΑ με φλύαρο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ουσ. φλύαρος ως …   Dictionary of Greek

  • σάχλας — ο, Ν [σάχλα] σαχλαμάρας …   Dictionary of Greek

  • σάχλας — σάχλας, ο και σαχλαμάρας, ο αυτός που κάνει ή λέει σαχλαμάρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.